Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

η 'Δημοκρατία' βλάπτει το 'Κεφάλαιο';

Καπιταλισμός και δημοκρατία – δρόμοι ασύμπτωτοι
του Άρης Χατζηστεφάνου στο info-war.gr 6/12/2014

«Η πλουτοκρατία στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας». Ο τίτλος θα μπορούσε να προέρχεται από πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη ή του κομματικού οργάνου κάποιου κομμουνιστικού κόμματος σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν όμως γραμμένος στις εσωτερικές σελίδες των New York Times και έφερε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Πολ Κρούγκμαν. (www.nytimes.com 23/10/2014)
Στο άρθρο του ο νομπελίστας οικονομολόγος αναφερόταν σε πρόσφατες δηλώσεις του ηγέτη του Χονγκ Κονγκ, Λεούνγκ Τσουν-Γινγκ, ο οποίος όταν τον ρώτησαν γιατί δεν δέχεται την παροχή καθολικής ψήφου στους πολίτες απάντησε ότι σε μια τέτοια περίπτωση η πολιτική ατζέντα θα καθορίζονταν από ανθρώπους που κερδίζουν λιγότερα από 1800 δολάρια το μήνα! 
Ο Κρούγκμαν συγκρίνει τα λόγια του Λεούνγκ Τσουν-Γινγκ με τις θέσεις που ακούγονται όλο και συχνότερα και στις ΗΠΑ για την ανάγκη να μην συμμετέχουν τα φτωχότερα στρώματα στην εκλογική διαδικασία. Είναι, όπως λέει, η πεποίθηση των οικονομικά ισχυρών ότι η δημοκρατία είναι επικίνδυνη για την οικονομία.

Μέχρι πρότινος η άποψη ότι ο καπιταλισμός, στη σημερινή του μορφή, είναι ασύμβατος με τη δημοκρατία προερχόταν από ανθρώπους στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ μου εξηγούσε σε παλαιότερη συνέντευξή του ότι οι ελίτ στη Δύση επιχειρούν να εισάγουν στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ το λεγόμενο «καπιταλισμό με ασιατικό πρόσωπο» – μια μορφή διακυβέρνησης, δηλαδή, η οποία θα λειτουργεί στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής χωρίς τα «βαρίδια» της δημοκρατίας.
Αρκετές ακόμη από τις πιο προβεβλημένες προσωπικότητες της αριστερής διανόησης, όπως ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Ταρίκ Αλί υποστήριζαν ότι «ο καπιταλισμός στη σημερινή του μορφή είναι ριζικά ασύμβατος με τη δημοκρατία» – ο πρώτος μάλιστα θέτει και το ερώτημα αν το σημερινό οικονομικό σύστημα μπορεί να συνυπάρξει με τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό ή θα οδηγήσει στην εξαφάνισή του.
(Can Civilization Survive Capitalism? www.alternet.org 5/3/2013)

Τι γίνεται όμως όταν η ιδέα της ασυμβατότητας του καπιταλισμού με τη δημοκρατία περνά από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος προς τα κέντρο ή ακόμη και σε συντηρητικούς σχολιαστές;
Αν και για τα δεδομένα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος ο Πολ Κρουγκμαν θεωρείται από πολλούς ως «ριζοσπάστης», στην πραγματικότητα δεν πρεσβεύει τίποτα περισσότερο από τον Κεϋνσιανισμό του Ρούσβελτ, τον οποίο ακολουθούσε σε σημαντικό βαθμό το αμερικανικό πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο μέχρι και τις δεκαετίες του ‘50 και του ’60. Η κριτική του λοιπόν προέρχεται από το κέντρο και όχι από τα αριστερά. Στο ίδιο μήκος κύματος συναντά κανείς και ακαδημαϊκούς όπως ο Σέλντον Γούλιν, καθηγητής πολιτικών επιστημών, ο οποίος δίδασκε για αρκετά χρόνια στα κορυφαία πανεπιστήμια του Μπέρκλεϊ και το Πρίνστον.

Σύμφωνα με τη θεωρία του, την οποία ονομάζει «αντεστραμμένη απολυταρχία» οι σύγχρονες μορφές διακυβέρνησης στις χώρες της Δύσης διατηρούν μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας (προσφυγή στις κάλπες ανά τέσσερα χρόνια, σχετική ελευθερία έκφρασης από τα ΜΜΕ κτλ) ενώ στην πραγματικότητα η εξουσία ανήκει σε μικρές ομάδες οι οποίες κυβερνούν χωρίς μια συνεκτική αντιπολίτευση με εναλλακτικές προτάσεις διακυβέρνησης.
Για τον Γούλιν ενώ στα παραδοσιακά απολυταρχικά καθεστώτα, όπως ο φασισμός, η οικονομία υποτάσσεται στις ανάγκες της πολιτικής ηγεσίας, στην «αντεστραμμένη απολυταρχία» του σήμερα οι πολιτικοί που θεωρητικά κυβερνούν δεν έχουν καμία εξουσία απέναντι στις δυνάμεις της οικονομίας. Ο Γούλιν στηρίζει το συμπέρασμά του, ότι ο καπιταλισμός οδηγεί σε καταστροφή της δημοκρατίας όχι στα κείμενα του Καρόλου Μαρξ αλλά στις θεωρίες του Μαξ Βέμπερ. «Ο καπιταλισμός», υποστηρίζει, «καταστρέφει κάθε καθεστώς, πολιτική αξία και θεσμό ο οποίος μπορεί να απειλήσει την αυτονομία της οικονομίας».

Τα τελευταία χρόνια όμως ακόμη και πολύ πιο συντηρητικοί σχολιαστές είναι έτοιμοι να αμφισβητήσουν τη βεβαιότητα ότι η δημοκρατία είναι συμβατή και απαραίτητη στον καπιταλισμό. Ήδη από τον Ιούλιο-Αύγουστο 2007, το περιοδικό Foreign Affairs μιλούσε για το «τέλος του τέλους της ιστορίας», αποκυρρήσοντας τη θεωρία του Φράνσις Φουκουγιάμα για την αναπόδραστη κυριαρχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Χωρίς φυσικά να ασκεί κριτική στις ΗΠΑ, ο συντάκτης του άρθρου, Αζάρ Γκατ, έκανε λόγο για τον «οικονομικά επιτυχημένο αυταρχικό καπιταλισμό της Ρωσίας και της Κίνας».
Χάρη στο πέρασμα στον καπιταλισμό, υποστήριζε ο Γκατ, «η Κίνα υιοθέτησε μια πολύ πιο αποτελεσματική μορφή αυταρχισμού» και μπορεί να μετατραπεί σε μια απολυταρχική υπερδύναμη με τρόπο που ούτε η ναζιστική Γερμανία ούτε η αυτοκρατορική Ιαπωνία δεν θα μπορούσαν να φανταστούν».

Αυτό που δεν αναγνωρίζουν φυσικά (τουλάχιστον όχι στις δημόσιες τοποθετήσεις τους) οι συντηρητικοί σχολιαστές είναι ότι η ασυμβατότητα μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας δεν είναι μια απειλή που έρχεται από την Ανατολή αλλά ένα φαινόμενο που ευδοκιμεί εξίσου και στο εσωτερικό των δυτικών μητροπόλεων και κυρίως στις ΗΠΑ. Το σημερινό επίπεδο παρακολουθήσεων των πολιτών στις ΗΠΑ κάνει ακόμη και την ανατολικογερμανική Στάζι να θυμίζει ένα μάτσο ερασιτεχνών ωτακουστών.
Ο στιγματισμός των πολιτικά αντιφρονούντων (που μπορεί να συλληφθούν λόγου χάρη σε μια διαδήλωση στις ΗΠΑ) θυμίζει αρκετά τα χειρότερα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης – με τη διαφορά ότι πρωταγωνιστής δεν είναι πλέον ο κρατικός μηχανισμός αλλά οι ιδιωτικές εταιρείες που αρνούνται να προσλάβουν όποιον έχει ακόμη και το μικρότερο στίγμα στο βιογραφικό του.
Η μεγαλύτερη, όμως, απειλή για τη δημοκρατία στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, υποστηρίζει ο Σέλντον Γούλιν είναι η ίδια η οικονομική ανασφάλεια που απομακρύνει τους πολίτες από τα κοινά. Στις ΗΠΑ η ημέρα των εκλογών αποτελεί για εκατομμύρια πολίτες μια ημέρα χαμένης δουλειάς ή ένα χαμένο μεροκάματο – ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από τη δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας όπου η συμμετοχή στα κοινά θεωρούνταν κέρδος και όχι ζημιά.

memo: Δημοκρατία ή καπιταλισμός - Η Ευρώπη σε κρίση
Η συγκεντρωτική έκδοση της αρθρογραφίας για την κρίση στη ζώνη του ευρώ και στην ΕΕ από το γερμανικό περιοδικό Blatter fur deutsche und internationale Politik
Elmar Altvater, Peter Bofinger, Jürgen Habermas, Rudolf Hickel, Paul Krugman, Isabell Lorey, Claus Offe, Stephan Schulmeister, Wolfgang Streeck, Hubert Zimmermann, Karl Georg Zinn
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ (Δεκέμβριος 2014)
μετάφραση: Γιώργος Ριτζούλης
επιμέλεια: Δήμηυρα Ασημακοπούλου & Ρούλα Γκόλιου
Σημείωμα του Γερμανού Εκδότη
Αναμφίβολα, το ερώτημα για το μέλλον της Ευρώπης είναι ζωτικής σημασίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ίσως στη βαθύτερη κρίση της ιστορίας της. Εδώ και καιρό η λεγόμενη «ευρω-κρίση» είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια κρίση που αφορά το νόμισμα.
Πρόκειται για κρίση του κυρίαρχου μοντέλου της κοινωνίας και άρα της δημοκρατίας. Εδώ και χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας όλο και πιο έντονης μετωπικής αντιπαράθεσης μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου. Τη στιγμή που αφυπνίζονται πάλι, ιδιαίτερα στη Γερμανία, οι παλαιές προκαταλήψεις εναντίον των τεμπέληδων Νότιων, διαδίδονται στο Νότο εικόνες της Γερμανίας του παλιού καιρού που όλοι θεωρούσαν ξεχασμένες - με το μουστάκι του Χίτλερ και με την επιγραφή «Τέταρτο Ράιχ». Για πρώτη φορά από το 1989, η Γερμανία δεν περιβάλλεται πια «μόνον από φίλους».
Η βασική αιτία γι' αυτή την επικίνδυνη επανεθνικοποίηση είναι ένας μονόπλευρα οικονομικός και αθοδηγούμενος από τις χρηματοπιστωτικές αγορές εξευρωπαϊσμός, που έχει ως αποτέλεσμα να υπονομεύεται όλο και περισσότερο η δημοκρατία στη ζώνη του ευρώ. Από την αρχή της ελληνικής κρίσης (με την άρνηση της κυβέρνησης Μέρκελ να ληφθούν μέτρα διάσωσης) η πολιτική λειτουργεί ως βοηθός για την πραγματοποίηση όσων επιθυμούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές. Βιώνουμε μια διαρκή μετατόπιση της πολιτικής ισχύος προς την εκτελεστική εξουσία, με παράκαμψη του Ευρωπαϊκού και των εθνικών κοινοβουλίων. Σ’ αυτό το θέμα δεν είναι άνευ σημασίας το τελευταίο αξίωμα της Άνγκελα Μέρκελ, σύμφωνα με το οποίο η δημοκρατία σήμερα πρέπει να είναι πάντα «σύμφωνη με την αγορά».
Πίσω από την ανησυχία για το μέλλον της Ευρώπης, τίθεται λοιπόν και το ζήτημα, αν η δημοκρατία και ο καπιταλισμός είναι συμβατά. Ειδικά σ’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα μέχρι στιγμής δεν έχουν δώσει επαρκή απάντηση ούτε η πολιτική ούτε και η κοινή γνώμη τόσο στη Γερμανία όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι σήμερα, η διαδεδομένη συζήτηση για τα αίτια και τις συνέπειες της κρίσης δεν διεξάγεται ακόμη στο απαιτούμενο κοινωνικό εύρος, πόσο μάλλον διανοητικό βάθος.
Ο δημοσιογράφος Τόμας Άσόϊερ (Thomas Assheuer) σε επιφυλλίδα της εφημερίδας «Die Zeit» μας υπενθύμισε το ερώτημα που έθεσε ο πρώην υπουργός Εσωτερικών της Ομοσπονδιακής Γερμανίας Γκέρχαρτ Μπάουμ (Gerhart Baum): «Πού είναι οι διανοούμενοι»; Και συνεχίζει ο Άσόϊερ: «Ισχυρίζονται ότι τα μεγάλα θέματα συζητιούνται στο δρόμο, όμως οι διανοούμενοι φοβούνται να τα αγγίξουν. Αυτό δεν είναι εντελώς σωστό. Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να γίνονται σημαντικές αντιπαραθετικές συζητήσεις. Αλλά τώρα πια, αυτές δεν διαδραματίζονται στις μεγάλες σκηνές εθνικής εμβέλειας, αλλά σε μικρά, φιλόδοξα θέατρα με εξειδικευμένο πρόγραμμα.
Ένα παράδειγμα είναι η συζήτηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο περιοδικό Blätter für deutsche und internationale Politik (Φύλλα για την γερμανική και την διεθνή πολιτική), που ξεκίνησε με την αντιπαράθεση μεταξύ του φιλόσοφου Γιούργκεν Χάμπερμας (Jürgen Habermas) και του κοινωνιολόγου Βόλφγκανγκ Στρέεκ (Wolfgang Streeck). Με την πρώτη σύγκρουση, εμφανίσθηκαν σημαντικά κείμενα, που έθεσαν καθαρά επί τάπητος όλα τα ζητήματα που επί χρόνια ήταν καλά σφραγισμένα και αποθηκευμένα σε χωριστά ακαδημαϊκά «συρτάρια».
Το περιοδικό Blätter ασχολείται από την αρχή με την γένεση και τις επιπτώσεις της κρίσης. Με το θέμα αυτό ασχολήθηκαν πολλοί συγγραφείς του περιοδικού και ειδικότερα οι συνεκδότες του Πέτερ Μπόφινγκερ (Peter Bofinger), Γιούργκεν Χάμπερμας, Ρούντολφ Χίκελ (Rudolf Hickel) και Χανς-Γιούργκεν Ούρμπαν (Hans-Jürgen Urban), που είναι από τους πιο ενεργούς και πιο γνωστούς υπερασπιστές του ευρωπαϊκού εγχειρήματος στη συζήτηση εντός της Γερμανίας.
Επίσης έλαβαν τον λόγο και μίλησαν απερίφραστα επικριτές του ευρώ όπως ο Βόλφγκανγκ Στρέεκ, επικεφαλής του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών Max Planck στην Κολωνία. Έτσι προέκυψε αυτά τα χρόνια ένας μεγάλος αριθμός σχολιασμών και αναλύσεων. Παρουσιάζουμε λοιπόν μια επιλογή από τα «βασικά κείμενα» αυτής της συζήτησης που έγινε και συνεχίζεται στο περιοδικό Blätter für deutsche und internationale Politik.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Στη μία (Καπιταλισμός χωρίς δημοκρατία) αντιπαρατίθενται οι γνώμες για το βασικό ερώτημα: Καπιταλισμός με δημοκρατία; Ή ο καπιταλισμός και η δημοκρατία αλληλοαποκλείονται;
Πιο συγκεκριμένα, τίθεται προς συζήτηση η θέση υπέρ της διάλυσης της κοινότητας του ευρώ, με επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, μια θέση που αντιπροσωπεύεται κυρίως από τον Βόλφγκανγκ Στρέεκ. Αντίθετα, οι Έλμαρ Άλτφάτερ (Elmar Altvater), Γιούργκεν Χάμπερμας, Κλάους Όφφε (Claus Offe), Στέφαν Σουλμάϊστερ (Stephan Schulmeister) και Χούμπερτ Τσίμμερμαν (Hubert Zimmermann) υπερασπίζονται τη ζώνη του ευρώ, ως ένα ημιτελές αλλά απαραίτητο εγχείρημα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ταυτόχρονα, προειδοποιούν για τις ανυπολόγιστες συνέπειες μιας διάλυσης της ευρωζώνης, που θα μπορούσε να φθάσει μέχρι και τον οικονομικό πόλεμο.
Η επόμενη ενότητα, Η δικτατορία της λιτότητας, ασχολείται ειδικά με τις καταστροφικές συνέπειες της γερμανικής πολιτικής της περιστολής και της λιτότητας. Σε δύο άρθρα του Αμερικανού νομπελίστα οικονομολόγου Πωλ Κρούγκμαν (Paul Krugman) παρουσιάζεται το πώς παρατηρούν αυτή την πολιτική από το εξωτερικό, ενώ με τα άρθρα των Πέτερ Μπόφινγκερ, Ρούντολφ Χίκελ, Ίζαμπελ Λόρεϋ (Isabell Lorey) και Καρλ Γκέοργκ Τσινν (Karl Georg Zinn) παρουσιάζεται η εικόνα από το εσωτερικό. Εκτός από τις επίκαιρες εξελίξεις, παρουσιάζονται και οι ιστορικές εμπειρίες της λιτότητας, ειδικά εκείνες της εποχής του καγκελαρίου Μπρύνινγκ (Brüning), στις αρχές της δεκαετίας του 1930.
Η ενότητα Το νέο Γερμανικό Ζήτημα: Ένα από τα επιτεύγματα της παλαιάς Δημοκρατίας της Βόννης ήταν, ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της (Δυτικής) Γερμανίας δεν αξίωνε εγωιστικά έναν ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη. Αυτή η στρατηγική της αυτοσυγκράτησης, η οποία λάμβανε πάντα υπόψη τα συμφέροντα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, ιδίως των μικρών, προφανώς τώρα, στην εποχή Μέρκελ, ανήκει στο παρελθόν. Επιχειρήματα που αντιτίθενται σ’ αυτή την μεταβολή της γερμανικής πολιτικής για την Ευρώπη, υποστηρίζουν και αναπτύσσουν στη συζήτησή τους η Ούλρικε Γκερό (Ulrike Guérot) και οι Γιούργκεν Χάμπερμας, Γιόσκα Φίσερ (Joschka Fischer), Χένρικ Έντερλάϊν (Henrik Enderlein) και Κρίστιαν Κάλλιες (Christian Callies). Ως επισφράγιση, ο Ούλριχ Μπεκ (Ulrich Beck) υπογραμμίζει το Ευρωπαϊκό non plus ultra: Συνεργασία ή αποτυχία.
Τέλος η ενότητα Περισσότερη δημοκρατία, πραγματεύεται το ζήτημα της δημοκρατίας με την αυστηρή έννοια του όρου. Σε τι συνίσταται η νέα «Βοναπαρτιστική απειλή», που διαγιγνώσκει ο Χάουκε Μπρούνκχορστ (Hauke Brunkhorst); Και πώς μπορεί να αποτραπεί τώρα η πορεία προς τον απολυταρχισμό», που αναλύει ο Χανς-Γιούργκεν Ούρμπαν; Με λίγα λόγια, τι λογής πρέπει να είναι μια πραγματικά «Ζωντανή δημοκρατία» στην Ευρώπη; Γι' αυτό το θέμα αναπτύσσουν τις θέσεις τους ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Κλάουντιο Φράντσιους (Claudio Franzius) και ο Ούλριχ Κ. Πρόϊς (Ulrich Κ. Preuss). Εν κατακλείδι, ο Όσκαρ Νεγκτ (Oskar Negt) σκιαγραφεί την Ευρώπη του αύριο: Την Ευρώπη υπό κατασκευή, ως υπεράσπιση της ουτοπίας.

Σηµείωση του Εκδότη της ελληνικής έκδοσης:
Στο παρόν Πρώτο μέρος της Ελληνικής έκδοσης, περιλαμβάνονται οι ενότητες Το νέο Γερμανικό Ζήτημα και Περισσότερη δημοκρατία. Οι άλλες δύο ενότητες που προτάσσονται στο γερμανικό πρωτότυπο και αναφέρονται πρώτες στο σημείωμα του Γερμανού κδότη (Καπιταλισμός χωρίς δημοκρατία και Η δικτατορία της λιτότητας), θα περιληφθούν στο Δεύτερο μέρος - υπό έκδοση σε ξεχωριστό τόμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου